Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

Άπνοια


Όμορφο σκαρί και δυνατό.
Στην εποχή του δεν έβρισκες τίποτα καλύτερο. Η αντοχή του και η ταχύτητά του δεν ξεπερνιότανε από άλλο πλεούμενο. Δοκιμασμένο για μακρινά ταξίδια κι ανοιχτές θάλασσες.
Οι μαστόροι στα ναυπηγεία του Σάγρες και του Λάγος έφτιαχναν με υπομονή το σκελετό. Διάλεγαν προσεκτικά τα δέντρα, βελανιδιές για την καρίνα και πεύκα για το κύτος, τοποθετούσαν τα κατάρτια και το έντυναν με τις σανίδες από εκλεκτή ξυλεία που στεγανοποιούσαν με ρετσίνι.

Ήταν η δύσκολη βάρδια αλλά δεν τον ένοιαζε.
Με τα χρόνια συνήθισε και τώρα τελευταία μπορεί και να το απολάμβανε. Ήταν μόνος πάνω στο κατάστρωμα με το πηδάλιο να στηρίζει το κορμί του και την θάλασσα να γεμίζει μυρωδιές τα πνευμόνια του. Είχε μια ελαφριά δροσιά κι ένα απαλό αεράκι που, αλίμονο, δεν ήταν αρκετό για να φουσκώσει τα πανιά. Το σκαρί ήταν ακίνητο και τα αστέρια πάνωθε του τρεμόπαιζαν λίγο πριν την αυγή.

Ερημιά, καταμεσής του πουθενά. Χάιδεψε το ξύλο αργά, σχεδόν τρυφερά, με το τραχύ ροζιασμένο χέρι του. Μετακινήθηκε λίγο, στηρίχτηκε στο άλλο πόδι και το κατάστρωμα έτριξε. Πλησίασε την πρύμνη και αγκάλιασε με το βλέμμα το πλοίο.
Η καραβέλα ησύχαζε.
Το ρυθμικό τρίξιμο των αρμών από τον ελαφρό κυματισμό έφτανε σα γλυκιά μουσική στ’ αυτιά του. Ο πρόβολος σημάδευε την ήπειρο που κρυμμένη περίμενε στο βάθος του ορίζοντα.

Σήκωσε τα μάτια του ψηλά. Κοίταξε τα κατάρτια και χαμογέλασε. Η γάμπια, ο παπαφίγκος και το πρυμναίο κατάρτι σταθερά, δυνατά και δεμένα με σχοινιά ανυπομονούσαν. Πόσο όμορφα του φαινόταν τα ονόματά τους, οι παράξενες ναυτικές ορολογίες που άκουγε μικρός από τον πατέρα του και τους άλλους ναυτικούς. 

Τα πανιά διπλωμένα περίμεναν τους αέρηδες να τα γεμίσουν δύναμη, να σύρουν το πλοίο μακριά.
Περίμενε να σαλπάρει αλλά ο καιρός δεν βόλευε.
Άπνοια.
Πότε θα φούσκωναν τα πανιά για τους καινούργιους κόσμους;
Είχε ακούσει για τις Δυτικές Ινδίες, για την θάλασσα των Σαργασσών, τα πλούτη που περίμεναν στην άλλη άκρη του ορίζοντα.
Κοίταξε γύρω του. Άναψε τον καπνό και τον ρούφηξε λαίμαργα. Οι ποινές ήταν πολύ αυστηρές για το κάπνισμα αλλά αυτή την ώρα το χρειαζόταν.

Άρχισε να χαράζει στις εκβολές του Τάγου. Η υγρασία πότιζε το δέρμα του και κούμπωσε τη στολή του. Κοίταξε το ρολόι του.
Αναστέναξε.
Άφησε το πόστο του καθώς είδε ότι ο αντικαταστάτης του είχε ήδη φτάσει.
Σε λίγο θα μαζεύονταν κι οι πρώτοι τουρίστες να γνωρίσουν από κοντά την εποχή των ανακαλύψεων. Πέρασαν τα χρόνια κι εκείνος ακόμα εδώ, περιμένοντας να φυσήξει ούριος άνεμος, να δώσει ώθηση στο καράβι που περίμενε χρόνια τώρα δεμένο στην αίθουσα εκθεμάτων του Ναυτικού Μουσείου της Λισαβόνας.
Έφερε την παλάμη στα μάτια του.

Το μέτωπό του χαρακωμένο από ρυτίδες, τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει προ πολλού.
Ο νυχτερινός φύλακας του ναυτικού μουσείου, κατέβηκε προσεκτικά από την μικρή σκάλα, άφησε την καραβέλα, πιστό αντίγραφο της εποχής των θαλασσοπόρων, χαιρέτησε με ένα νεύμα τον πρωϊνό συνάδελφο και ετοιμάστηκε να επιστρέψει για μια ακόμη φορά στη στεριανή κουκέτα στο διαμέρισμα της οδού Λιμπερταδόρες στην Αλφάμα.

Άλλη μια νύχτα που δεν κατάφερε να φύγει.

Αύριο πάλι θα περίμενε υπομονετικά στο κατάστρωμα.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Google+ Followers

Translate

Αναγνώστες