Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

Τεθλασμένες

τεθλασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος θλάω-θλῶ (: σπάζω)





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Google+ Followers

Translate

Αναγνώστες