Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

Δρομείς και Δρόμοι (παλιοί;)


Ο δρομέας έλαμπε πανευτυχής. Η καταιγίδα έκανε καλή δουλειά. Ξέπλυνε με το νερό μηνών τη σκόνη και τους ρύπους του λεκανοπεδίου και το μνημείο λες και ξανάνοιωσε. Οι αρθρώσεις ξαναβρήκαν την ευλυγισία τους,  το στήθος του προτεταμένο θαρρείς σε λίγο πως θάκοβε το νήμα του τερματισμού. Μια βαθειά ανάσα και το πλήθος ξεσηκώνεται.
Όνειρα γυάλινα σε δρόμους χωρίς διαβάτες.

Δρόμοι παλιοί - 1975 -  

Μανώλης Αναγνωστάκης - 

Μίκης Θεοδωράκης 


Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα

κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ

νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή


Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά

κάμε να σ’ ανταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο του πόθου μου κι εγώ


Ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ

κρατώντας μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες


Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένα

κι ούτε κανένας κι ούτε κανένας με γνώριζε με γνώριζε






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Google+ Followers

Translate

Αναγνώστες