Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009

Ενθύμιον "Θεσσαλονίκης" (Μιά σχεδόν αληθινή ιστορία)

μα ούτε φουστάνι στη στεριά κι ούτε μαντήλι
Νίκου Καββαδία, ο τελευταίος στίχος από το Cambay’s water




Κάρτα εποχής επιχρωματισμένη.
Είσοδος του Ελληνικού Στρατού εις Θεσσαλονίκην. Με φαντάρους στη σειρά, κουρασμένους κι αξύριστους, να μπαίνουν στην πόλη 26 Οκτώβρη 1912 ανήμερα του Αγίου Δημητρίου. Τα όπλα βαραίνουν τους ώμους τους καθώς προσπερνούν το Ζυθοποιείο Όλυμπος και το υφαντουργείο Τόρρες.
Αναδρομή στο παρελθόν.

Τι σου είναι το μυαλό. Αρκεί μια τόση δα χαραματιά και ξεχύνονται από μέσα βαθιά καταχωνιασμένες εικόνες και στιγμιότυπα άλλων χρόνων που πιστεύεις ότι έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί. Η Θεσσαλονίκη, λίκνο και χωνευτήρι πολιτισμών, πόλη που έχει εμπνεύσει ποιητές και βασιλιάδες, πάντα προκλητική κι ανεξιχνίαστη, αναδύεται νωχελικά μέσα στις πρωινές ομίχλες, τη φοιτητική ζωή, τα φαγάδικα, τα πολίτικα γλυκά, τα μικρά καφέ και τα μπαράκια.
Η "Θεσσαλονίκη" όμως για μένα δεν είναι μονάχα αυτά.
Είναι τα παιδικά μου χρόνια, είναι ένας άνθρωπος ξεχωριστός, μια γυναίκα με κορμί δυνατό, αυστηρά χαρακτηριστικά, φωτεινό βλέμμα. Μια καρυάτιδα που αγέρωχη παρακολουθεί το κλεινόν άστυ σκαμμένη από τα χρόνια και τους χαλεπούς καιρούς.
Προαιώνια, ακλόνητη και παρούσα.

Η κυρία Νίκα.

Γεννημένη το 1912 τη μέρα που οι έλληνες έπαιρναν πίσω την πόλη από τον Τούρκο διοικητή της, εξ ου και το Νίκα από το Θεσσαλονίκη. Δασκάλα στο δημοτικό, στις τάξεις τις μικρές, με το μεράκι της παιδαγωγού και την συνέπεια στο λειτούργημά της αγαπούσε τα παιδιά με τη μητρική αγάπη που συνδυάζει γλυκύτητα και αυστηρότητα. Άπλωνε τα φτερά των οραμάτων της και μας ζέσταινε όλους στην θαλπωρή της αγκαλιάς της στο λαϊκό δημοτικό των Κάτω Πατησίων. Τους φρόνιμους και τους άτακτους, τους διαβασμένους και τους αδιάβαστους, τους καλούς και τους κακούς.
Η κυρία Νίκα, δασκάλα με όλη τη σημασία της λέξης, έσταζε στις παιδικές ψυχές μας τον πλούτο της καρδιάς και του νου της σημαδεύοντας με ανεξίτηλα χρώματα την πορεία μας στο μέλλον. Τιμωρούσε τις παρεκτροπές, επαινούσε τις προσπάθειες μας, παρακολουθούσε την εξέλιξή μας και φρόντιζε για τα παιδιά της.
Ένας χάρακας λεπτός και λείος κατασκευή στο ξυλουργείο που είχε ο πατέρας του συμμαθητή μας του Λυγίζου ακουμπούσε σε περίοπτο σημείο στην έδρα για να μαγνητίζει το βλέμμα μας. Πιο πολύ συνέτιζε με την παρουσία του και σπανίως με την επαφή στις παλάμες των απείθαρχων. Άνθρωπος αγράμματος ξύλο απελέκητο, μας θύμιζε και μας έδειχνε το χάρακα.

Πρόσεχε για πυρετούς και παιδικές ασθένειες, φρόντιζε για τους εμβολιασμούς, μας παρακολουθούσε για τα κάθε λογής χτυπήματα. Το άγρυπνο μάτι της εντόπιζε και συμβούλευε τους γονείς περί του πρακτέου. Ήταν εκείνη που καθοδηγούσε την οικογένεια στην ανατροφή των παιδιών.
Εκείνη ανακάλυψε την επιπεφυκίτιδα που ταλαιπωρούσε τα μάτια μου.
Είχα  μια φοβία για τους γιατρούς από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Τους απέφευγα και ακόμα τους τρέμω. Ακόμα και σε δύσκολες καταστάσεις αφήνω το κορμί μου να εξερευνήσει τις δυνατότητες του με μοναδική ενίσχυση ασπιρίνες και ξεκούραση. Είμαι πιστός οπαδός της τελευταίας στιγμής κι ας ακούμε συνέχεια για τα πλεονεκτήματα της πρόληψης. Εγώ δεν τα μπορώ τα τσεκαπ, αποφεύγω όσο γίνεται τις άσπρες μπλούζες. Έκρυβα επιμελώς για κάμποσες μέρες το πρόβλημα στα μάτια μου από τους δικούς μου αναβάλλοντας κατά το δυνατόν την επίσκεψη στο γιατρό.
Ήμουν ντροπαλός και μαζεμένο παιδί, κοκκίνιζα και πνιγόμουνα στο άγχος με το παραμικρό. Τα κλάματα με έπαιρναν εύκολα πότε από συγκίνηση, πότε από αμηχανία, πότε από χαρά δεν έχαναν ευκαιρία να ξεχυθούν τα δάκρυα πλημμύρα από τα μάτια μου. Ίσως γι’ αυτό δεν με πήραν είδηση γρήγορα στο σπίτι.
Τις τελευταίες μέρες όμως τα μάτια μου μ’ έκοβαν και τα δάκρυα έρχονταν συχνότερα. Το διάβασμα γινόταν μαρτύριο η όραση θόλωνε και τελικά το πρόβλημα αποκαλύφθηκε. Είχα σηκωθεί για εξέταση έπρεπε να διαβάσω κάποιο κείμενο από το αναγνωστικό αλλά μετά τις πρώτες σειρές τα γράμματα χάνονταν. Τη πρώτη φορά η δασκάλα νόμισε ότι το πρόβλημα ήταν ψυχολογικό, τη δεύτερη φορά το ίδιο ,την τρίτη μου είπε να πω στους γονείς μου ότι πρέπει να πάω σε οφθαλμίατρο.
Μόλις το άκουσα η κατάσταση χειροτέρεψε, κλάμα ένας χαμός. Μου είπε να καθίσω, με καθησύχασε ότι δεν είναι τίποτα και μου έδωσε το μαντήλι της για να σκουπιστώ. Τα χαρτομάντιλα δεν υπήρχαν, εμφανίστηκαν πολύ αργότερα. Το μαντήλι το κράτησα και μετά το μάθημα το πήρα στο σπίτι και, για να μη μάθει η μάνα μου τι συνέβαινε, το έκρυψα. Την ταλαιπωρία την άντεχα την ιατρική την ξόρκιζα.  Έπαιζα καθυστέρηση πετώντας την μπάλα στην εξέδρα αλλά έπεσε τηλεφώνημα τελικά που έδωσε λύση στο πρόβλημα. Το μαντήλι τελικά το εντόπισε η μάνα το έπλυνε και με ρώτησε που το βρήκα. Απέφυγα με κάποιο τρόπο την απάντηση και έτσι το μαντήλι παρέμενε για χρόνια στο συρτάρι. Καθαρό σιδερωμένο με τα μικρά λουλουδάκια διακόσμηση και απαλή γαλαζωπή δαντελίτσα στις άκρες. Δεν το πείραζε κανείς. Για χρόνια έμενε καταχωνιασμένο μέχρι που αποσύρθηκε μαζί με τα υπόλοιπα. Είχαμε μπει πια στην εποχή του χαρτομάντηλου.
Πέρασε καιρός, η κυρά Νίκα γέρασε, βγήκε στη σύνταξη, πήγε να μείνει στη κόρη της σε άλλη γειτονιά αλλά τα μικρά της τα θυμότανε. Έπαιρνε τηλέφωνα στις μανάδες μας, μάθαινε νέα μας χαιρότανε με τις χαρές μας και τις επιτυχίες μας. Η σκιά της διακριτική μας ακολουθούσε. Της μίλησα και στο τηλέφωνο μερικές, λιγοστές όμως, φορές. Πάντα την ένοιωθα αυστηρό κριτή και η ντροπή και ο σεβασμός παρά τα χρόνια δεν με άφηναν όποτε της μίλαγα. Πάντα δίνοντας  υποσχέσεις ότι θα πέρναγα να την επισκεφτώ. Κάτι όμως η αντικοινωνικότητά μου, κάτι η συστολή που με χαρακτήριζε από μικρό, κάτι οι υποχρεώσεις, η επίσκεψη πήγαινε από αναβολή σε αναβολή. Μέχρι το επόμενο τηλέφωνο, τις επόμενες ανεκπλήρωτες υποσχέσεις, την συγκαταβατικότητα της κυρά Νίκας που όλα τα καταλάβαινε και όλα τα δικαιολογούσε. Τα απέδιδε στη νιότη και στα τρεχάματα με τα μαθήματα στο Πολυτεχνείο και ο φαύλος κύκλος των αναβολών καλά κρατούσε.
Τελευταία, έμαθα από τους φίλους τους παλιούς στη γειτονιά μας ότι η κυρά Νίκα απεδήμησε εις Κύριον πλήρης ημερών. Η επίσκεψη ματαιώθηκε οριστικά και η μάνα μου που παρακολουθούσε τόσα χρόνια την όλη υπόθεση από κοντά κούναγε με σημασία και κατανόηση το κεφάλι της. Της είχα πεί μετά από πολλά χρόνια την αληθινή ιστορία του μαντηλιού που συνεχώς με κυνηγούσε.
Ήταν κατηγορηματική. "Στάλεγα εγώ. Μη κάνεις δώρο ποτέ μαντήλι, είναι χωρισμός. Τα βλέπεις; Αυτό το μαντήλι φταίει. Να που δεν σας άφησε να ξαναϊδωθείτε."
Κάθε φορά που την άκουγα, γελούσα ειρωνικά και την κορόιδευα για την αφέλεια και τις προλήψεις της.
Πάντως, πείτε με προληπτικό, άν και έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που σκούπισα τα δάκρυα των παιδικών μου χρόνων με κείνο το μαντήλι, μέχρι σήμερα αποφεύγω στις ανταλλαγές δώρων κάθε τύπου μαντήλι
;-)


Το λιμάνι της Θεσσαλονίκης από έργο του εικαστικού δημιουργού Γιάννη Σταύρου
http://www.yannisstavrou.gr/gallery-g.htm


3 σχόλια:

fractal είπε...

Πήρα από εδώ την απάντηση σε ερώτημά μου προγούμενης ανάρτησης σου.
Τώρα θα σε ρωτήσω αν έχεις σχέση με τη Χιακή Ένωση Θεσσαλονίκης. Αν ναι έλα στις 31 Οκτωβρίου στην πρόσκληση που ήδη θα σας έχει σταλεί.
Θα είμαι και εγώ εκεί.
Παρουσιάζουν ένα βιβλίο που εκτός των άλλων έχω επιμεληθεί.
Τα δώρα της δασκάλας μου, που ήταν πάντα βιβλία, τα φυλάσσω σαν κόρη οφθαλμού.
Πρόπερσυ την είδα για τελευταία φορά. Μου έκανε δώρο πάλι ένα βιβλίο.
Ελπίζω πως θα την δω ακόμα αρκετές φορές.
Ελπίζω να κρατήσεις το μαντήλης της και να το σώσεις από τις κάθε λογής εκκρήξεις της Αίτνας!!
Πέρασε και από εκεί. Κάτι σου έχω αφήσει.
Καλό βράδυ.

saltatempo είπε...

Τυχαία γεγονότα….
ανθρώπινες ιστορίες που έχουν καταγραφεί στο σκληρό δίσκο της μνήμης
έχουν αφήσει τα σημάδια τους σε συμπεριφορές, χαρακτήρες, ζωές….
Τελικά μας καθόρισαν, πολύ καλημέρα!!!!!

Δημήτρης

FaneZan είπε...

Ευχαριστώ fractal και Δημήτρη (διαδικτυακές ευχές) για τα σχόλια και την επικοινωνία.

Google+ Followers

Translate

Αναγνώστες